Τα κατάγματα γόνατος είναι τραυματισμοί κατά τους οποίους ραγίζει ή σπάει ένα από τα οστά που σχηματίζουν την άρθρωση. Συνήθως αφορούν την επιγονατίδα, το κάτω άκρο του μηριαίου οστού ή το άνω άκρο της κνήμης. Πολλά από αυτά επεκτείνονται μέχρι την αρθρική επιφάνεια και χαρακτηρίζονται ως ενδαρθρικά κατάγματα, γεγονός που απαιτεί προσεκτική διάγνωση και σωστό σχεδιασμό της θεραπείας.
Το γόνατο αποτελεί μια σύνθετη άρθρωση, καθώς συμμετέχει στη βάδιση και στη στήριξη του σώματος. Για τον λόγο αυτό, ένα κάταγμα γόνατος μπορεί να προκαλέσει έντονο πόνο, πρήξιμο και σημαντικό περιορισμό της κίνησης. Παράλληλα, ο τραυματισμός μπορεί να επηρεάσει και άλλα στοιχεία της άρθρωσης, όπως τους μηνίσκους, τους συνδέσμους, τον αρθρικό χόνδρο και τα γύρω μαλακά μόρια.
Η σοβαρότητα στα κατάγματα γόνατος διαφέρει ανάλογα με το σημείο, τον βαθμό παρεκτόπισης και την έκταση της βλάβης. Αναλυτικότερα, ένα μικρό και σταθερό κάταγμα μπορεί να αντιμετωπιστεί συντηρητικά, χωρίς χειρουργική επέμβαση. Αντίθετα, ένα παρεκτοπισμένο ή συντριπτικό κάταγμα συχνά χρειάζεται χειρουργική αποκατάσταση.
Κατάγματα γόνατος: Ποιοι είναι οι βασικοί τύποι;
Τα κατάγματα γόνατος ταξινομούνται ανάλογα με το οστό που έχει τραυματιστεί, τη θέση της βλάβης και τον βαθμό μετακίνησης των οστικών τμημάτων.
Οι βασικότερες μορφές είναι:
- Κάταγμα επιγονατίδας
- Κάταγμα κνημιαίων κονδύλων
- Κάταγμα μηριαίων κονδύλων
- Απαρεκτόπιστο κάταγμα
- Παρεκτοπισμένο κάταγμα
- Ανοικτό κάταγμα
Επιπλέον, είναι σημαντικό να ελεγχθεί αν ο ασθενής μπορεί να τεντώσει μόνος του το πόδι, καθώς αυτό δείχνει αν λειτουργεί σωστά ο εκτατικός μηχανισμός του γόνατος.
Πώς προκαλούνται τα κατάγματα γόνατος;
Τα κατάγματα γόνατος εμφανίζονται συνήθως μετά από έναν τραυματισμό, όπως ένα τροχαίο ατύχημα, μια πτώση από ύψος ή μια αθλητική κάκωση. Η μεγάλη δύναμη που ασκείται στην περιοχή μπορεί να προκαλέσει κάταγμα στην επιγονατίδα, στο μηριαίο οστό ή στην κνήμη.
Ωστόσο, δεν χρειάζεται πάντα να έχει προηγηθεί άμεσο χτύπημα. Μια απότομη και ισχυρή σύσπαση του τετρακέφαλου μπορεί, για παράδειγμα, να οδηγήσει σε κάταγμα της επιγονατίδας. Επίσης, στους ηλικιωμένους και στα άτομα με οστεοπόρωση, ακόμη και μια απλή πτώση στο έδαφος μπορεί να προκαλέσει κάταγμα, καθώς τα οστά είναι πιο εύθραυστα.
Τέλος, ο τύπος και η σοβαρότητα της κάκωσης εξαρτώνται από την ηλικία, την ποιότητα των οστών, την ένταση του τραυματισμού και τη θέση του ποδιού τη στιγμή του ατυχήματος.
Ποια συμπτώματα προκαλούν;
Τα συμπτώματα στα κατάγματα γόνατος εμφανίζονται συνήθως αμέσως μετά τον τραυματισμό.
Τα συχνότερα συμπτώματα είναι:
- έντονος πόνος γύρω από το γόνατο
- πρήξιμο και αιμάτωμα
- δυσκολία ή αδυναμία στη βάδιση
- περιορισμός της κίνησης
- παραμόρφωση της άρθρωσης
- αίσθημα αστάθειας
- συγκέντρωση αίματος μέσα στην άρθρωση
- αδυναμία να τεντώσει ο ασθενής το γόνατο, κυρίως σε κάταγμα επιγονατίδας
Η έγκαιρη ορθοπαιδική εκτίμηση είναι απαραίτητη, καθώς ο κλινικός και ο απεικονιστικός έλεγχος θα καθορίσουν την έκταση του κατάγματος και την κατάλληλη θεραπεία.
Κατάγματα γόνατος: Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση ξεκινά με τη λήψη του ιστορικού του τραυματισμού.
Στη συνέχεια ο χειρουργός ορθοπαιδικός εξετάζει πώς συνέβη το ατύχημα, αν ο ασθενής μπόρεσε να πατήσει το πόδι και πόσο γρήγορα εμφανίστηκε το πρήξιμο. Κατά την κλινική εξέταση αξιολογούνται η θέση, η παραμόρφωση, η κινητικότητα και η σταθερότητα της άρθρωσης.
Παράλληλα, ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο έλεγχος της αιμάτωσης και της νευρολογικής λειτουργίας του κάτω άκρου.
Επιπλέον, οι ακτινογραφίες αποτελούν την πρώτη απεικονιστική εξέταση και επιβεβαιώνουν την παρουσία κατάγματος. Επίσης, η αξονική τομογραφία προσφέρει λεπτομερή εικόνα των οστικών τμημάτων και χρησιμοποιείται συχνά για τον σχεδιασμό της επέμβασης. Ενώ η μαγνητική τομογραφία μπορεί να ζητηθεί όταν υπάρχει υποψία βλάβης στους μηνίσκους, στους συνδέσμους ή στον χόνδρο.
Συντηρητική και χειρουργική αντιμετώπιση
Η κατάλληλη θεραπεία στα κατάγματα γόνατος εξατομικεύεται ανάλογα με το οστό που έχει τραυματιστεί, την παρεκτόπιση, τη σταθερότητα και την κατάσταση της αρθρικής επιφάνειας.
Έχει παρατηρηθεί ότι απαρεκτόπιστα και σταθερά κατάγματα μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να αντιμετωπιστούν συντηρητικά. Χρησιμοποιείται γύψος, νάρθηκας ή ειδικός κηδεμόνας, ενώ το πόδι αποφορτίζεται με πατερίτσες. Η ακινητοποίηση διαρκεί συνήθως αρκετές εβδομάδες, με τακτικό ακτινολογικό έλεγχο για να επιβεβαιώνεται ότι το κάταγμα παραμένει στη σωστή θέση.
Η Χειρουργική θεραπεία απαιτείται συχνά όταν υπάρχει μεγάλη παρεκτόπιση, αστάθεια, ανοικτό κάταγμα ή παραμόρφωση της αρθρικής επιφάνειας. Η συνηθέστερη επέμβαση είναι η ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση. Τα οστικά τμήματα επαναφέρονται στη φυσιολογική τους θέση και σταθεροποιούνται με πλάκες, βίδες ή άλλες ειδικές κατασκευές.
Σε περιστατικά ασθενών με πιο σύνθετες κακώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί προσωρινή ή οριστική εξωτερική οστεοσύνθεση.
Εάν μετά από πτώση ή τραυματισμό εμφανιστούν έντονος πόνος, πρήξιμο και αδυναμία στήριξης του ποδιού, είναι σημαντικό να πραγματοποιηθεί άμεσα ορθοπαιδικός έλεγχος. Τα κατάγματα γόνατος χρειάζονται ακριβή διάγνωση και εξατομικευμένη θεραπεία, ώστε να αποκατασταθούν η σταθερότητα, η κίνηση και η λειτουργικότητα της άρθρωσης. Επικοινωνήστε με τον Ορθοπαιδικό Χειρουργό και Τραυματιολόγο Ελευθέριο Ι. Ζαμπάκο, για ολοκληρωμένη αξιολόγηση και κατάλληλο θεραπευτικό σχεδιασμό.